Δές το λουλούδι που ανθεί ανάμεσα απ τους τάφους

Ενενήντα χρόνια πίσω είχαν ήδη αρχίσει οι σφαγές των Ελλήνων της μικράς ασίας απο τους τσέτες του Κεμάλ αλλά και τους διάφορους καλοθελητές που περιδίαβαιναν τις κλειστές αίθουσες όπου παίρνονται οι αποφάσεις για την τύχη του απλού λαού που ζεί την ημέρα του κάνοντας όνειρα για το μέλλον,όνειρα απλά και καθημερινά για μια ευτυχισμένη οικογένεια,μια δουλειά και
λίγη σιγουριά



Οι μεγάλοι όμως που πάντα σχεδόν μένουν ατιμώρητοι για οτι σχεδιάζουν και πραγματοποιούν με την βοήθεια των μικρών, έχουν διαφορετική γνώμη επί του θέματος και δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο παρά η επίτευξη των όποιων στόχων με όποιο κόστος σε ζωές και δεν τους ενδιαφέρει γιατί δεν θυσιάζονται ποτέ οι ίδιοι.

"Πάνε χρόνια τώρα,τι θυμάσαι και σύ",μα δε σε αφήνουν να ξεχάσεις και δε σε αφήνουν ξύνοντας σου περισσότερο τις πληγές όταν βλέπεις αυτη την αποχαύνωση,αυτή την τουρκολαγνία αυτή την καθημερινή άλωση και την πνευματική σφαγή που ζείς και ξαναζείς μέσω της δικής σου αλλοτρίωσης,του δικού σου χασίματος του δρόμου,διότι έτσι τους βολεύει να μοιάζεις σαν σπασμένο ακυβέρνητο καράβι,χωρίς παρελθόν και παρόν άρα ούτε και μέλλον.

Κάποτε το ανθρώπινο αίμα μέσα στην ζέστη του καλοκαιριού μύριζε στους δρόμους και οι φωνές έπαψαν ξαφνικά γιατί δεν υπήρχαν άλλοι για να σφάξουν,κι έπειτα οι ζωντανοί νεκροί πήραν τον δρόμο για μια πατρίδα που τους πέταξε στα σκουπίδια αποκαλώντας τους "τουρκόσπορους" αλλά ρουφώντας και την τελευταία ρανίδα του αίματος τους μέσα στα εργοστάσια και τις φάμπρικες που στήθηκαν μετά απο την τραγωδία με σκοπό το κέρδος

Υπάρχοντα,φαμελιά,γονείς τα έσφαξαν οι τούρκοι κι οτι απέμεινε το ρούφηξαν οι απο δώ,ζωές ναύαγια που παρόλες τις δυσκολίες ξεπέρασαν τους εαυτούς τους και ξανάζησαν,ερωτεεύτηκαν και ξαναονειρεύτηκαν σε πείσμα των μεγάλων και προσαρμόστηκαν στο τέλος,σε μια ζωή που άλλοι κανόνισαν για αυτούς,προσαρμόστηκαν,μεγάλη λέξη και μεγαλύτερη η πράξη...

Δεν γνώρισα σχεδόν κανέναν απο σάς,παρά μόνο την γιαγιά μου την κυρά Ευαγγελία,με την τόση τέχνη στο μαγείρεμα να μου λεεί πως ήρθε παιδάκι απο κείνη την κόλαση και πως κόβανε το γιαούρτι με το μαχαίρι,τόσο παχύ και αγνό ήταν,αγνά ήταν όλα θαρρώ κι οχι αυτή η σημερινή παρφουμαρισμένη βρώμα που μας κατακλύζει,οι άνθρωποι λέγανε καλημέρα αναμεταξύ τους και μαζεύονταν στις φτωχογειτονιές που και γώ μεγάλωσα για να πούνε τα νέα της μέρας,σήμερα όλα αυτά έχουν αντικατασταθεί απο τα "μεσημεριανάδικα" εκτρωματικής ηθικής και αισθητικής "αριστουργήματα" του νεοραγιαδισμού,πάμε μπροστά βλέπεις με βήμα ταχύ προς τα πίσω....

Τον παππόύ μου δεν τον γνώρισα παρά μόνον απο μερικές φωτογραφίες,ο κυρ Χρήστος γνωρίστηκε με την γιαγιά εφόσον ήρθαν εδώ στον συνοικισμό με την μιά τουαλέτα για τρείς και τέσσερεις οικογένειες,κι έμοιαζε τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερος απο όσο ήταν πραγματικά,εμ βέβαια δεκαοκτώ ώρες στα εργοστάσια της Νέας Ιωνιάς ήταν αυτές,νύχτα έμπαινε,νύχτα έβγαινε κι έπειτα ήρθε ο μεγάλος πόλεμος και το κυνηγητό....

Ο προπάππος μου ο κυρ Παναγιώτης ήταν άρχοντας στην Αντάλλεια με χιλιάδες ζωντανά και δεκάδες υπηρέτες και πέθανε σκουπιδιάρης στην Αθήνα απο την στεναχώρια του,δε βαρίεσαι πόσες εκατοντάδες χιλιάδες τέτοιοι νυκοκυραίοι πέθαναν εδώ ή απέναντι κι αν δεν είχε να δώσει στα μπλόκα οτι έκρυβε στα μαξιλάρια ,θα τους είχαν σφάξει στο ποδάρι....

Κι όμως αν τους είχα απέναντι μου όλους αυτούς τους ανθρώπους,είμαι σίγουρος πως θα μου έλεγαν "μάθε να ζείς με οτι υπάρχει γιατί μιά φορά θα ζήσεις",ο θεός να σας αναπαύσει όλους εσάς που μέσα απο τον θάνατο βλέπατε πάντα ένα λουλουδάκι να ανθίζει,καλομάθαμε η αλήθεια και τώρα δήθεν περνάμε άσχημα,μα τα άσχημα δεν είναι έξω μας,είναι μέσα μας,εμείς κανονίζουμε το πως βλέπουμε την ζωή.

Χάριν μνημοσύνου αδίκως και μαρτυρικώς πεσόντων μικρασιατικής καταστροφής εν έτει 1922.



Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μέλος ένωσης μουσικοσυνθετών Αγγλίας
Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος 

Πολιτευτής ΛΑ.Ο.Σ

Το παρόν άρθρο δημοσιευθέν στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ" στο φύλλο της 20.9.2012