Γίνου πάλιν Ἕλληνας


Σεβαστή  Κυρία καί σεβαστέ Κύριε, ἀξιότιμη Ἑλληνίδα καί ἀξιότιμε Ἕλληνα, ἡ πατρίδα μας ἡ Ἑλλάδα μας εἶναι ἡ χώρα τοῦ μύθου και τοῦ παραμυθιοῦ τῶν ἡρώων καί τῶν φιλοσόφων τῶν Βασιλέων καί τῶν Αὐτοκρατόρων  ἐμεῖς δέ εἴμεθα οἱ ἀπόγονοι των, οἱ διάδοχοι των, οἱ κληρονόμοι των.
  Ἔδωσαν τήν ζωή των εἰς τά πεδία τῶν μαχῶν διά νά μάς τήν κληροδοτήσουν Ἐλευθέραν, καί ἐμεῖς νά ἀναπνέωμεν σήμερον τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, μέ τάς δικάς των θυσίας. Ὁφείλομεν, καί εἰς τόν παρόντα χρόνον, ἀλλά καί εἰς τό ἀπώτατον μέλον νά εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τούς ἥρωας μας, τούς προγόνους μας.
  Ὁ Μεγάλος ἥρωας μας Κολοκοτρώνης μέ τό δισάκκι του στον ὦμο γιά τόν δρόμο, πού μέσα θα εἶχε κάποιο ξεροκόματο καί καμιά ἐλιά καί κάποιο παγούρι μέ νερό, ἐπῆγεν εἰς τό Μοναστήριον τῆς Εὐαγγελίστριας τῆς Σκιάθου, διά νά ὁρκισθῆ διά τήν Ἐλευθερίαν τῆς ἀγαπημενης μας Πατρίδος. Ἐνώ, ἐάν ἐπιθυμοῦσεν θά ζοῦσεν μέσα εἰς τήν χλιδή καί τόν πλοῦτο,  προσφέροντας τίς ὑπηρεσίες του στόν πασά, μά δέν τό ἔπραξεν. Μαζί του τότε στήν ὁρκωμοσία ἦσαν καί ἄλλοι μεγάλοι καπετανέοι, ὁ Μιαούλης, ὁ Παπαβλαχάβας, ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους Δημητριάδης, οἱ Λαζαίοι, ὁ Σταθάς, ὁ Νικοτσάρας, ὁ Τσάμης καί ἄλλοι.
   Τότε τά χέρια τοῦ Μοναχοῦ Νήφωνα ὅρκισαν ὅλα αὐτά τά πεινασμένα παληκάρια στό ὅνομα, γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστη τήν Ἀγίαν καί τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν
             Ὁρκίστηκαν νά ἐλευθερώσουν την Πατρίδα μας ἀπό τήν σκλαβιά τῶν Τούρκων.
Τότε δέ, ἐθεσπίσθει καί ἡ πρώτη σημαία τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπό λευκόν Σταυρόν σέ γαλαζιο φόντο.
Ἕνα ἄλλο περιστατικό καί στιγμιότυπο τῆς ἐπαναστάσεως;
Ἦταν παραμονή τοῦ Ἄϊ Βασίλη, καί ἐπῆγαν τά παιδιά νά ψάλλουν τά κάλαντα είς τήν οἰκίαν τοῦ Νικηταρά. Ἔτυχεν νά εἶναι ἐκεί καί ὁ θεῖος του ὁ Κολοκοτρώνης .
 Ὁ Νικηταράς γυρνώντας πρός τόν Κολοκοτρώνη τοῦ λέγει, μήπως ἔχεις χρήματα γιά νά φιλέψω τά παιδιά.
  Καί ὁ Κολοκοτρώνης γιά νά τόν πειράξη τοῦ λέγει, μά δέν ντρέπεσαι , κατζάμ καπετάνιος μέ τόσες δόξες νά ζητιανέβης, τί σόϊ στρατηγός εἶσαι.
  Καί ὁ Νικητάράς τοῦ ἀπαντά, τό εἶχε ἡ μοίρα μου καπετάνιος να γίνω, μά δέν θέλω να κάμω πραμάτεια τό καπετανλίκη μου καί νά πλουταίνω.Πραματευτής δέν εἶμαι μπάρμα.,
  Ἀγαπητέ συνέλληνα, διατί ἐσύ σήμερα γίνεσαι πραματευτής καί μάλιστα φτηνός καί τῆς κακιάς ὥρας. Διατί προκειμένου νά κερδίσης μισή χούφτα εὐρώ χρησιμοποιεῖς στήν ἐργασίαν σου ἀλλοδαπούς καί ἐνοικιάζεις τό σπίτι σου σέ λαθρομετανάστες.
Τόσον πολύ τυφλώθηκες ἀπό τόν ἦχο τοῦ χρήματος, ὡστε νά συμπερηφέρεσαι ὡς ἄτομον περιορισμένης εὐθύνης καί ἐλαστικῆς συνειδήσεως.
  Διατί  ἀδιαφορεῖς διά τήν δολοφονίαν τοῦ παιδιοῦ σου ἀπό τούς ἀλλοδαπούς, τόν βιασμόν τῆς κόρης σου, τήν ληστείαν τοῦ σπιτιοῦ σου ἀπό τούς λαθρομετανάστες. Γιατί μαράζωσες ψυχικά, γιατί προσβάλλεις τούς προγόνους σου, διατί προδίδεις τούς ἀγῶνες των, δέν ντρέπεσαι να ἀγοράζης τό κουλούρι τοῦ παιδιοῦ σου ἀπό τό ἐνοίκιον τοῦ ἀλλοδαποῦ λαθρομετανάστη. Γνωρίζεις ὁτι εἶσαι ἡθικός αὐτουργός ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν τῶν λαθρομεταστῶν, διότι τοῦ προσέφερες ἐργασίαν καί στέγην, γνωρίζεις ὁτι ὑποθάλπεις ἐγκληματικάς ἐνεργείας.
 Ἴσως ἔχεις ἀκούσει ἀπό τά παλιά καί τήν λέξιν ψωροκώσταινα, ἀναφερόμενη εἰς τήν πτωχήν Ἑλλάδα. Μόνον πού ἡ ψωροκώσταινα, δέν ἦταν καθόλου ψωροκώσταινα, ἀλλά ἀντιθέτως μιά πολύ ὡραία καί ἀρχόντισα Κυρία ἀπό τήν Κυδωνιά, δηλ, ἀπό τό Ἄϊβαλή. Ἦταν ἡ Πανωραία Χατζηκώστα, ἡ ὁποία ἐκεῖ εἰς τό Ἄιβαλή τό 1821 οἱ Τούρκοι σκώτωσαν τόν ἄνδρα της καί τά παιδιά της, μαζί μέ τούς κατοίκους τοῦ Ἄιβαλή. Ἔτυχεν νά ζήση, ὁπου πρῶτα ἐπῆγεν εἰς τά Ψαρά, καί ἀπό ἐκεῖ εἰς τό Ναύπλιον. Ἐκεῖ διά νά ζήση ἔκανεν διάφορες ἐργασίες, τήν ἀχθοφόρον, τήν πλύστραν κ.τ.λ. τῆς ἔδωσαν τό παρατσούκλι ψωροκώσταινα. Τό 1826 διά τό πολύπαθον Μεσσολόγι ἐγένετο ἔρανος. Ἐπειδή τότε ὅλοι οἱ Ἕλληνες πεινοῦσαν, δέν ἦσαν πρόθυμοι εἰς τόν ἔρανον. Τότε διῆλθεν ἀπό ἐκεῖ ἡ ψωροκώσταινα καί προθύμως εἶπεν, «Δέν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπό αὐτό τό ἀσημένιο δαχτυλίδι κι αὐτό τό γρόσι. Αύτά τά τιποτένια προσφέρω στό μαρτυρικό Μεσολόγγι». Τότε συγκινημένοι ἀπό τήν πράξιν τῆς ψωροκώσταινας, ἔβαλλαν καί οἱ ἄλλοι τό χέρι εἰς τήν τσέπην.
 Νά ἀναφερθῶμεν βεβαίως, καί εἰς τήν ἄρνησιν ἀλλά καί πολεμικήν ἀπάντησιν τοῦ Σουλιώτη Τζίμα Ζέρβα εἰς τήν πλουσιοπάροχην προσφοράν τοῦ Ἀλή Πασά διά νά ἐγκαταλείψη τό Σούλι τοῦ γράφει: '' Βεζύρη Ἀλή Πασά, σ΄εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν ἀγάπην πού ἔχεις γιά τά μένα, μον΄τά πουγκιά πού μοῦ γράφεις μέ τόν Μέτζο νά μοῦ στείλης, νά μήν μοῦ τά στείλης, γιατί δέν ξέρω νά τά μετρήσω καί δέν ξέρω τί νά τά κάνω, μόν καί ἀν ἤξερα πάλιν δέν εἶμαι εὐχαριστημένος νά σοῦ δίνω οὖτε ἕνα λιθάρι ἀπό τούς βράχους τῆς πατρίδος μου καί ὄχι νά φύγω ἀπό τό Σούλι διά τά πουγκιά σου.
  Τιμές καί δόξαις πού μοῦ τάζεις νά μοῦ δίνης δέν μοῦ χρειάζονται, γιατί εἰς ἐμένα πλοῦτος, δόξαις καί τιμές εἶναι τ΄ἄρματα μου, ὁπου μ΄ἐκείνα φυλάω τήν πατρίδα μου τήν ἐλευθερίαν μου καί τά παιδιά μου, τιμῶ τ΄ ὄνομα τοῦ Σουλιώτου καί ἀποθανατίζω καί τό δικό μου ὄνομα''                                                        Σούλι  4 Μαϊου 1801
                                               Τζίμας  Ζέρβας
  Γίνου πάλιν Ἕλληνας διότι ὅλοι μέσα μας κρύβομαι ἕναν Πλάτωνα, ἕναν Σωκράτη, ἕναν Ἀριστοτέλην, ἕναν Λεωνίδα, ἕναν Μ. Ἀλέξανδρον, ἕναν Κ. Παλαιολόγον, ἕναν Κολοκοτρώνη, ἕναν Νικηταράν ἕναν Τζίμα Ζέρβα κ.τ.λ
ΠΑΙΑΝ
                                                                                            ΠΑΝΕΛΛΗΝΩΝ  ΙΕΡΑ  ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ