Η ΕΝΔΟΞΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ 1821



ΕΛΛΗΝΕΣ ΨΙΛΑ ΤΑΣ ΣΗΜΑΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΨΙΛΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΕΘΑ ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ
ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΕΘΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ Ἡ πατρίδα μας, ἡ Ἑλλάδα μας εἶναι ἡ χώρα τοῦ μύθου και τοῦ παραμυθιοῦ τῶν ἡρώων καί τῶν φιλοσόφων τῶν Βασιλέων καί τῶν Αὐτοκρατόρων, ἐμεῖς δέ εἴμεθα οἱ ἀπόγονοι των, οἱ διάδοχοι των, οἱ κληρονόμοι των.
Ἔδωσαν τήν ζωήν των εἰς τά πεδία τῶν μαχῶν διά νά μάς τήν κληροδοτήσουν Ἐλευθέραν, καί ἐμεῖς νά ἀναπνέωμεν σήμερον τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, μέ τάς δικάς των θυσίας, καί νά δυνάμεθα νά κινούμεθα καί νά χαιρώμεθα ἐλευθέρως κάθε σπιθαμήν Γῆς αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου τόπου. Ὁφείλομεν, καί εἰς τόν παρόντα χρόνον, ἀλλά καί εἰς τό ἀπότατον μέλον νά εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τούς ἥρωας μας, τούς προγόνους μας.
Ὁ Μεγάλος ἥρωας μας Κολοκοτρώνης μέ τό δισάκκι του στον ὦμο γιά τόν δρόμο, πού μέσα θα εἶχε κάποιο ξεροκόμματο, καμιά ἐλιά καί κάποιο παγούρι μέ νερό, ἐπῆγεν εἰς τό Μοναστήριον τῆς Εὐαγγελίστριας τῆς Σκιάθου, διά νά ὁρκισθῆ διά τήν Ἐλευθερίαν τῆς ἀγαπημένης μας Πατρίδος. Ἐνῶ, ἐάν ἐπιθυμοῦσεν θά ζοῦσεν μέσα εἰς τήν χλιδήν καί τόν πλοῦτον, προσφέροντας τάς ὑπηρεσίας του εἰς τόν πασά, μά δέν τό ἔπραξεν. Μαζί του τότε στήν ὁρκωμοσία ἦσαν καί ἄλλοι μεγάλοι καπετανέοι, ὁ Μιαούλης, ὁ Παπαβλαχάβας, ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους Δημητριάδης, οἱ Λαζαίοι, ὁ Σταθάς, ὁ Νικοτσάρας, καί ἄλλοι.
Τότε τά χέρια τοῦ Μοναχοῦ Νήφωνα ὅρκισαν, ὅλα αὐτά τά πεινασμένα παληκάρια, ἀλλά διψασμένα διά ἐλευθερίαν, εἰς τό ὅνομα γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστην τήν Ἁγίαν καί τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν
Ὁρκίστηκαν νά ἐλευθερώσουν τήν Πατρίδα μας ἀπό τήν σκλαβιά τῶν Τούρκων.
Τότε δέ, ἐθεσπίσθει καί ἡ πρώτη σημαία τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπό λευκόν Σταυρόν σέ γαλάζιο φόντο.
Ἕνα ἄλλο περιστατικό καί στιγμιότυπον τῆς ἐπαναστάσεως.
Ἦταν παραμονή τοῦ Ἄϊ Βασίλη, καί ἐπῆγαν τά παιδιά νά ψάλλουν τά κάλαντα είς τήν οἰκίαν τοῦ Νικηταρά. Ἔτυχεν νά εἶναι ἐκεί καί ὁ θεῖος του ὁ Κολοκοτρώνης .
Ὁ Νικηταράς γυρνόντας πρός τόν Κολοκοτρώνη τοῦ λέγει, μήπως ἔχεις χρήματα γιά νά φιλέψω τά παιδιά.
Καί ὁ Κολοκοτρώνης γιά νά τόν πειράξη τοῦ λέγει, μά δέν ντρέπεσαι , κατζάμ καπετάνιος μέ τόσες δόξες νά ζητιανεύης, τί σόϊ στρατηγός εἶσαι.
Καί ὁ Νικηταράς τοῦ ἀπαντᾶ, τό εἶχε ἡ μοίρα μου καπετάνιος να γίνω, μά δέν θέλω να κάμω πραμάτεια τό καπετανλίκη μου καί νά πλουταίνω. Πραματευτής δέν εἶμαι μπάρμα.
Ἴσως ἔχετε ἀκούσει καί τήν λέξιν ψωροκώσταινα, ἐνοόντας τήν πρό ὁλίγων ἐτῶν πτωχήν Ἑλλάδα. Μόνον πού ἡ ψωροκώσταινα, δέν ἦταν καθόλου ψωροκώσταινα, ἀλλά ἀντιθέτως μιά πολύ ὡραία καί ἀρχόντισα Κυρία ἀπό τήν Κυδωνιά, δηλ, ἀπό τό Ἀϊβαλή. Ἦταν ἡ Πανωραία Χατζηκώστα, ἡ ὁποία ἐκεῖ εἰς τό Ἀιβαλή τό 1821 οἱ Τούρκοι σκότωσαν τόν ἄνδρα της καί τά παιδιά της, μαζί μέ τούς κατοίκους τοῦ Ἀϊβαλή. Ἔτυχεν νά ζήση, ὁπου πρῶτα ἐπῆγεν εἰς τά Ψαρά, καί ἀπό ἐκεῖ εἰς τό Ναύπλιον. Ἐκεῖ διά νά ζήση ἔκανεν διάφορες ἐργασίες, τήν ἀχθοφόρον, τήν πλύστραν κ.τ.λ. τῆς ἔδωσαν τό παρατσούκλι ψωροκώσταινα. Τό 1826 διά τό πολύπαθον Μεσσολόγι ἐγένετο ἔρανος. Ἐπειδή τότε ὅλοι οἱ Ἕλληνες πεινοῦσαν, δέν ἦσαν πρόθυμοι εἰς τόν ἔρανον. Τότε διῆλθεν ἀπό ἐκεῖ ἡ ψωροκώσταινα καί προθύμως εἶπεν, «Δέν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπό αὐτό τό ἀσημένιο δαχτυλίδι κι αὐτό τό γρόσι. Αύτά τά τιποτένια προσφέρω στό μαρτυρικό Μεσολόγγι». Τότε συγκινημένοι ἀπό τήν πράξιν τῆς ψωροκώσταινας, ἔβαλλαν καί οἱ ἄλλοι τό χέρι εἰς τήν τσέπην.
Ὅλοι κατά τό 1826, μετά τήν πτώση τοῦ Μεσολογγίου, εἶπαν ὁτι ἡ πατρίδα καταστρέφεται καί πρέπει νά συνέλθουμε καί νά συμφωνήσουμε γιά τήν σωτηρίαν της.
Ὅλοι εἶπαν: «Χαθήκαμε τί πρέπει νά κάμουμε;»
Τότε ὁ ἀείμνηστος Κολοκοτρώνης εἶπε:
Δέν χάνεται ἡ πατρίδα! Ὁ Θεός ὑπέγραψε καί δέν παίρνει πίσω τήν ὑπογραφή του.

Ὁ Ἄγγλος φιλέλληνας καί ἀνταποκριτής τῶν<Τάϊμς> τοῦ Λονδίνου Τζέϊμς Ἔμερσον γράφει:
Συναντᾶς παραδείγματα ἀρχαίων ἡθῶν. Σέ κάθε βῆμα βλέπεις κάτι πού σοῦ θυμίζει πῶς βρίσκεσαι εἰς τήν Ἑλλάδα. Ἡ γλῶσσα τά ἔθιμα, ὁ χαρακτῆρας τῶν κατοίκων εἶναι ὅλα τά ἴδια, ὅπως καί τά χρόνια τοῦ Δημεσθένη. Ἀκόμη καί ἡ ἀμφίεση τους δίνει τήν ἐντύπωσιν πῶς δέν ἔχει ἀλλάξει διόλου. Ἔχουν καί τώρα ἀκόμη μακριά κυματιστά μαλλιά, ὁπως καί οἱ καρηκομόωντες τοῦ Ὁμήρου. Ἡ φουστανέλλα ἡ μάχαιρα καί οἱ ὁλοκέντητες περικνημίδες δείχνουν πῶς οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ εὐκνήμιδες Ἀχαιοί.
καρηκομόωντες =χρῶμα μαλλιῶν καρύου, Ὁμηρική λέξις. Πηγή
κάρυον =καρύδι, κόμη =μαλλιά ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ 1821
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ/ΠΑΙΔΕΙΑ
Αὐτά ἀπό τήν Ἱστορίαν, καί διά μεμονομένους< ἕλληνες> ἀνθέλληνες, πού γράφουν ὁτι οἱ
Ἕλληνες εἶναι μπάσταρδος λαός. Ἀπό τούς 940 κατεγεγραμμένους Φιλέλληνας, ἐκ τῶν ὁποίων 313 θυσιάσθηκαν διά τήν Ἐλευθερίαν τῆς μητέρας τους Ἑλλάδος, δέν ἀναφέρουν πουθενά, ὁτι συνάντησαν ἕνα μπάσταρδο λαό, ἀλλά Ἕνα καθαρόν γένος, τό γένος τῶν Ἑλλήνων.
Νά ἀναφερθῶμεν βεβαίως, καί εἰς τήν ἄρνησιν ἀλλά καί πολεμικήν ἀπάντησιν τοῦ Σουλιώτη Τζίμα Ζέρβα εἰς τήν πλουσιοπάροχην προσφοράν τοῦ Ἀλή Πασά διά νά ἐγκαταλείψη τό Σούλι, τοῦ γράφει:
''Βεζύρη Ἀλή Πασά, σ΄εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν ἀγάπην πού ἔχεις γιά τά μένα, μον΄τά πουγκιά πού μοῦ γράφεις μέ τόν Μέτζο νά μοῦ στείλης, νά μήν μοῦ τά στείλης, γιατί δέν ξέρω νά τά μετρήσω καί δέν ξέρω τί νά τά κάνω, μόν καί ἀν ἤξερα πάλιν δέν εἶμαι εὐχαριστημένος νά σοῦ δίνω οὖτε ἕνα λιθάρι ἀπό τούς βράχους τῆς πατρίδος μου καί ὄχι νά φύγω ἀπό τό Σούλι διά τά πουγκιά σου.
Τιμές καί δόξαις πού μοῦ τάζεις νά μοῦ δίνης δέν μοῦ χρειάζονται, γιατί εἰς ἐμένα πλοῦτος, δόξαις καί τιμές εἶναι τ΄ἄρματα μου, ὁπου μ΄ἐκείνα φυλάω τήν πατρίδα μου τήν ἐλευθερίαν μου καί τά παιδιά μου, τιμῶ τ΄ ὄνομα τοῦ Σουλιώτου καί ἀποθανατίζω καί τό δικό μου ὄνομα''
Σούλι 4 Μαϊου 1801
Τζίμας Ζέρβας

The Times (Λονδίνο) φύλ. 11269 11 Ἰουνίου 1821
Προσφώνηση τοῦ ΓΕΡΜΑΝΟΥ, Ἐπισκόπου Πατρῶν, πρός τούς Κληρικούς καί πιστούς τῆς Πελοποννήσου πού ἀπαγγέλθηκε στό Μοναστήρι τοῦ βουνοῦ Βέλικο στίς 8 Μαρτίου 1821( μέ τό παλιό ἡμερολόγιο +13 ἡμέρες): Ἀγαπητά μου ἀδέλφια ὁ Κύριος πού ταλαιπώρησε τούς πατέρες μας καί τά παιδιά μας σᾶς ἀναγγέλλει μέ τό δικό του στόμα τόν τερματισμό τῶν ἡμερῶν τῶν δακρύων καί τῶν δοκιμασιῶν. Ἡ φωνή του προαναγγέλλει ὁτι ἐσεῖς θά εἶσθε τό στεφάνι τῆς δόξας Του καί τό διάδημα τῆς Βασιλείας Του. Ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησις τῶν Τούρκων ἀπό τήν Ἑλλάδα ἔχει φθάσει, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ.

The Edinburgh Weekly Joyrnal φύλ.1389, 28 Ἰουλίου1824
Οἱ πληροφιρίες ἔρχονται ἀπό τόν Συνταγματάρχη Στάνχοπ. Αὐτός ξέρει καλά τίς Ἑλληνικές πηγές. Ὁ Συνταγματάρχης Στάνχοπ συνεχίζει: οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες εἶναι πολύ ἀνθεκτικοί. Μποροῦν νά κάνουν πολύωρη ὁδοιπορία... νά ὑπομένουν μεγάλες ταλαιπωρίες καί πάρ΄ ὅλα αὐτά νά διατηροῦν τό ἡθικό τους ὑψιλό. Ἔχουν ἀγάπη γιά τήν ἐλευθερία καί εἶναι ἀνυπότακτοι. Κανένας Ἕλληνας δέν παραδέχεται ποτέ τήν πιθανότητα νά εἶναι ὑπόδουλος στούς Τούρκους. Αὐτή ἡ αἴσθηση εἶναι γενική. Πηγή
Κώστας Γ. Ζουράρης ἀπό τό βιβλίον του
ΒΕΒΥΛΑ ΚΙΒΔΗΛΑ ΣΚΥΒΑΛΑ
ΠΑΙΑΝ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΩΝ ΙΕΡΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣΙΣ